Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


wrong (en)

  1. λανθασμένος ή αναληθής
     συνώνυμα: incorrect, untrue
  2. κακός, ανήθικος
    it is wrong to lie - είναι κακό να λες ψέματα
  3. λάθος, ακατάλληλος
    I was in the wrong place at the wrong time
  4. που προκαλεί προβλήματα
    something is wrong here - κάτι πάει στραβά εδώ
    something is wrong with my computer - υπάρχει κάποιο πρόβλημα στον υπολογιστή μου


wrong (en)

I spelled this word wrong - έγραψα λάθος αυτή τη λέξη


wrong (en)

  • το λάθος, με την έννοια της ανέντιμης ή ανήθικης συμπεριφοράς ή της άδικης ή παράνομης πράξης
there is right and there is wrong and you should have known the difference between them


wrong (en)

  • αδικώ κάποιον, τον κακομεταχειρίζομαι, τον βλάπτω ή του στερώ κάποιο νόμιμο δικαίωμα ή αγαθό