timely

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

timely (en)

  1. σωστά χρονισμένος, ορθόχρονος, ορθοχρόνιστος[1][/ˈtʌɪmli/

adjective done or occurring at a favourable or useful time; opportune.][2]

  1. επίκαιρος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]