έγκαιρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έγκαιρος έγκαιρη έγκαιρο
γενική έγκαιρου έγκαιρης έγκαιρου
αιτιατική έγκαιρο έγκαιρη έγκαιρο
κλητική έγκαιρε έγκαιρη έγκαιρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έγκαιροι έγκαιρες έγκαιρα
γενική έγκαιρων έγκαιρων έγκαιρων
αιτιατική έγκαιρους έγκαιρες έγκαιρα
κλητική έγκαιροι έγκαιρες έγκαιρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έγκαιρος < αρχαία ελληνική ἔγκαιρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έγκαιρος -η -ο

  • που εκδηλώνεται στον κατάλληλο καιρό, στην ώρα του, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά
έγκαιρη προσέλευση, έγκαιρη παροχή βοήθειας

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]