έγκαιρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έγκαιρος έγκαιρη έγκαιρο
γενική έγκαιρου έγκαιρης έγκαιρου
αιτιατική έγκαιρο έγκαιρη έγκαιρο
κλητική έγκαιρε έγκαιρη έγκαιρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έγκαιροι έγκαιρες έγκαιρα
γενική έγκαιρων έγκαιρων έγκαιρων
αιτιατική έγκαιρους έγκαιρες έγκαιρα
κλητική έγκαιροι έγκαιρες έγκαιρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έγκαιρος < αρχαία ελληνική ἔγκαιρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έγκαιρος -η -ο

  • που εκδηλώνεται στον κατάλληλο καιρό, στην ώρα του, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά
έγκαιρη προσέλευση, έγκαιρη παροχή βοήθειας

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]