era
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- era < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἶρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]era (èra) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- èra Vocabolario σελ.197 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| era | eras |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]era (en)
- η εποχή, η περίοδος, ένα χρονικό διάστημα, συνήθως στην ιστορία, που διαφέρει από άλλα διαστήματα λόγω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ή γεγονότων
the Classical/Byzantine/Christian era - η Κλασσική/Βυζαντινή/Χριστιανική εποχή
the Victorian era - η εποχή της Βικτωρίας
Roman era ruins - ερείπια Ρωμαϊκής εποχής
an era of prosperity/extravagance - μια εποχή ευημερίας/σπατάλης
the Christian era - η Χριστιανική περίοδος- ≈ συνώνυμα: age, day, epoch, period και time
Πηγές
[επεξεργασία]- era - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 333, 687. ISBN 9780194325684., λήμμα: εποχή, περίοδος.
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]era (pl) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]era (pt)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (πολωνικά)
- Πολωνική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πολωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (πολωνικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)