χρόνιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χρόνιος χρόνια χρόνιο
γενική χρόνιου χρόνιας χρόνιου
αιτιατική χρόνιο χρόνια χρόνιο
κλητική χρόνιε χρόνια χρόνιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρόνιοι χρόνιες χρόνια
γενική χρόνιων χρόνιων χρόνιων
αιτιατική χρόνιους χρόνιες χρόνια
κλητική χρόνιοι χρόνιες χρόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρόνιος < αρχαία ελληνική χρόνιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χρόνιος -α -ο

  1. που διαρκεί για χρόνια
    χρόνιος εθισμός
    θεραπευτήριο χρονίων παθήσεων
  2. που επαναλαμβάνει κάτι επί χρόνια
    χρόνιος καπνιστής

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Σε λόγιες χρήσεις ο τόνος κατεβαίνει στη γενική

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

---


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρόνιος < χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χρόνιος, α, ον και χρόνιος,ος,ον

  1. που διαρκεί πολύ χρόνο
  2. που παρατείνεται, χρονίζει, καθυστερώ|καθυστερεί]]