χρόνια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : χρονιά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρόνια
γενική χρονιών
αιτιατική χρόνια
κλητική χρόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεύτερος πληθυντικός της λέξης χρόνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρόνια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό , χωρίς γενική

  1. περίοδος δύο ή περιοσσότερων ετών
    μέσα σε δύο χρόνια θα έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες
  2. ιστορική περίοδος
    στα χρόνια του παππού μου
  3. η ηλικία
    προχθές ο Γιώργος έκλεισε τα είκοσι χρόνια του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χρόνια και ζαμάνια: έχει περάσει πολύς καιρός
  • να 'χα τα χρόνια σου: μακάρι να ήμουν νέος σαν κι εσένα
  • χρόνια πολλά: ευχή που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι σε μια μεγάλη γιορτή ή δίνουν σε κάποιον που έχει την ονομαστική του εορτή ή γενέθλια