Μετάβαση στο περιεχόμενο

chronique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kʁɔ.nik/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chronique chroniques

chronique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chronique (fr) θηλυκό