chronique

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kʁɔ.nik/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chronique chroniques

chronique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. χρονικός


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chronique (fr) θηλυκό