καθυστερώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθυστερώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.θi.stɛ.ˈɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

καθυστερώ

  1. κάνω κάτι αργότερα από ό,τι έχει καθοριστεί
    καθυστέρησα να πληρώσω το λογαριασμό
  2. αργοπορώ, δεν φθάνω εγκαίρως
    λόγω της βροχής καθυστερήσαμε να φτάσομε
  3. κάνω κάποιον να αργοπορήσει, να χάσει χρόνο
    με καθυστέρησε ένας πελάτης
  4. δεν συμβαδίζω
    καθυστερεί να καταλάβει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]