συμβαδίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβαδίζω < ελληνιστική κοινή συμβαδίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siɱ.va.ˈði.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συμβαδίζω

  1. (λόγιο) περπατώ μαζί με κάποιον (συμπορεύομαι)
  2. (μεταφορικά) ακολουθώ κάποιον με τον ίδιο ρυθμό, ώστε να εξελίσσομαι ταυτόχρονα με αυτόν
    δυσκολεύεται να συμβαδίσει με του υπόλοιπους μαθητές του τμήματος
  3. (γενικότερα) ταιριάζω, συνάδω, συμφωνώ
    ο τόνος της φωνής της συμβαδίζει με την προσωπικότητά της


Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβαδίζω < συν και βαδίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συμβαδίζω

  1. βαδίζω, προχωρώ μαζί με κάποιον άλλο