run off

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : runoff, run off with

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

run off (en)

  1. φεύγω γρήγορα από κάπου, το σκάω
    Don't run off before the end of the event.
  2. (ιδιωματικό) βγάζω φωτοαντίγραφα
    Please run off a couple dozen more flyers to pass out.
  3. (ιδιωματικό) γράφω κάτι γρήγορα
    Shakespeare could run off a play in just a couple of days.
  4. (για υγρό) πέφτω, χύνομαι
    They kept a barrel to store rainwater that has run off the roof.
  5. αφήνω κάποιον απροειδοποίητα, παρατάω, εγκαταλείπω
    He ran off to France leaving her with all the debts and three children to bring up.
  6. καταδιώκω, κυνηγώ
    If anyone comes into this field, the bull will soon run them off.
  7. δουλεύω με κάποια συγκεκριμένη πηγή ενέργειας
    This radio runs off batteries.