run off
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | run off |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | runs off |
| αόριστος | ran off |
| παθητική μετοχή | run off |
| ενεργητική μετοχή | running off |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]run off (en)
- φεύγω γρήγορα από κάπου, το σκάω, παίρνω δρόμο
- Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value). κάνω φωτοαντίγραφα
Can you run off some photocopies?
- Μπορείς να κάνεις φωτοαντίγραφα;
- (για υγρό) χύνομαι
The tea boiled and ran off into the saucer.
- Το τσάι ξεχείλισε και χύθηκε στο πιατάκι.
Πηγές
[επεξεργασία]- run off - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 643-644, 791-792. ISBN 9780194325684., λήμμα: παίρνω, σκάζω