run off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Χρειάζονται μεταφράσεις παραδειγμάτων, και αλλαγή τους (είναι αντιγραμμένα) sarri.greek (συζήτηση) 05:29, 26 Οκτωβρίου 2019 (UTC).


Δείτε επίσης: runoff

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας run off
γ΄ ενικό ενεστώτα runs off
αόριστος ran off
παθητική μετοχή run off
ενεργητική μετοχή running off

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις run και off

Ρήμα[επεξεργασία]

run off (en)

  1. φεύγω γρήγορα από κάπου, το σκάω
    Don't run off before the end of the event.
  2. (ιδιωματικό) βγάζω φωτοαντίγραφα
    Please run off a couple dozen more flyers to pass out.
  3. (ιδιωματικό) γράφω κάτι γρήγορα
    Shakespeare could run off a play in just a couple of days.
  4. (για υγρό) πέφτω, χύνομαι
    They kept a barrel to store rainwater that has run off the roof.
  5. αφήνω κάποιον απροειδοποίητα, παρατάω, εγκαταλείπω
    He ran off to France leaving her with all the debts and three children to bring up.
  6. καταδιώκω, κυνηγώ
    If anyone comes into this field, the bull will soon run them off.
  7. δουλεύω με κάποια συγκεκριμένη πηγή ενέργειας
    This radio runs off batteries.