overrun
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | overrun |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | overruns |
| αόριστος | overran |
| παθητική μετοχή | overrun |
| ενεργητική μετοχή | overrunning |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]overrun (en)
- (μεταβατικό, στην παθητική φωνή) κατακλύζω, μαστίζω, συνήθως για κάτι κακό ή μη επιθυμητό που γεμίζει ή απλώνεται γρήγορα σε μια περιοχή, ειδικά σε μεγάλους αριθμούς
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ξεπερνώ, υπερβαίνω, χρησιμοποιώ περισσότερο χρόνο ή χρήματα από ό,τι είχα σκοπό