swamp

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

swamp στο Νιού Τζέρσεϊ το χειμώνα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

swamp (en)

  1. βάλτος, έλος, τέλμα, ειδικά με δέντρα ή θάμνους

Ρήμα[επεξεργασία]

swamp (en)

  1. κατακλύζω