τέλμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέλμα τέλματα
γενική τέλματος τελμάτων
αιτιατική τέλμα τέλματα
κλητική τέλμα τέλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέλμα < αρχαία ελληνική τέλμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέλμα ουδέτερο

  1. έκταση με λιμνάζοντα νερά, βάλτος, έλος
    στα ανατολικά του φράγματος υπάρχει ένα μικρό τέλμα, εποχιακής πλήρωσης με νερό των βροχών
  2. (μεταφορικά) κατάσταση που δεν προχωράει, δεν αλλάζει, που χαρακτηρίζεται από ακινησία ή αδράνεια
    μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις έχει βυθιστεί σε ένα τέλμα
    Στο τέλμα της ύφεσης η ελληνική οικονομία (εφ. Το Βήμα, 8/9/2011)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική τέλμα τέλματε τέλματα
Γενική τέλματος τελμάτοιν τελμάτων
Δοτική τέλματι τελμάτοιν τέλμασι
Αιτιατική τέλμα τέλματε τέλματα
Κλητική τέλμα τέλματε τέλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέλμα < τέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέλμα ουδέτερο

  1. όπως και στα νέα ελληνικά έκταση με λιμνάζοντα νερά, λίμνη, βάλτος, έλος...
    ὄμβριον ὕδωρ ἂν εἴχετ᾽ ἐν τοῖς τέλμασιν (Αριστοφάνης, Ὄρνιθες, 1593)
  2. χαμηλά εδάφη που κινδυνεύουν από πλημμύρες
    ἐπεὰν δὲ πληθύνεσθαι ἄρχηται ὁ Νεῖλος, τά τε κοῖλα τῆς γῆς καὶ τὰ τέλματα τὰ παρὰ τὸν ποταμὸν πρῶτα ἄρχεται πίμπλασθαι διηθέοντος τοῦ ὕδατος ἐκ τοῦ ποταμοῦ: καὶ αὐτίκα τε πλέα γίνεται ταῦτα καὶ παραχρῆμα ἰχθύων σμικρῶν πίμπλαται πάντα (Ηρόδοτος, 2,93,5)
  3. η λάσπη λιμνάζοντος ύδατος, η ιλύς, ο βόρβορος
  4. ο πηλός που χρησιμοποιείται από τους χτίστες, λάσπη, ασβεστοκονία(μα)
    τέλματι χρεώμενοι ἀσφάλτῳ (Ηρόδοτος, 1, 79)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]