overwhelm

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

  1. καταβάλλω-διαλύω-επιβαρύνω-κυριεύω ψυχικά
  2. προκαλώ το δέος
  3. πέφτω πολύς (μη διαχειρίσιμος) για κάποιον (όντας άνθρωπος, ζώο, πράγμα ή κατάσταση)
  4. συνταράσσω, συνταράζω, κλονίζω, συγκλονίζω
  5. καταπλακώνω, θάβω, πνίγω, πλημμυρίζω, κατακλύζω