ξεπερνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεπερνώ < ξε- + περνώ

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεπερνώ

  1. πηγαίνω πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, υπερβαίνω κάποιο όριο
    η φετεινή νεροποντή ξεπέρασε κάθε προηγούμενη
  2. αποδεικνύομαι καλύτερος από κάποιον άλλον
    τον ξεπερνάει στο τρέξιμο τον Βαγγέλη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]