ξεπερνώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεπερνώ < ξε- + περνώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεπερνώ

  1. πηγαίνω πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, υπερβαίνω κάποιο όριο
    η φετεινή νεροποντή ξεπέρασε κάθε προηγούμενη
  2. αποδεικνύομαι καλύτερος από κάποιον άλλον
    τον ξεπερνάει στο τρέξιμο τον Βαγγέλη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]