εκτελεστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκτελεστής εκτελεστές
γενική εκτελεστή εκτελεστών
αιτιατική εκτελεστή εκτελεστές
κλητική εκτελεστή εκτελεστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτελεστής < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική exécuteur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτελεστής αρσενικό

  1. αυτός που σκοτώνει εν ψυχρώ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δολοφόνος, φονιάς
  2. δήμιος
  3. άτομο, στο οποίο ανατίθεται η υλοποίηση μιας επιθυμίας, η διεκπεραίωση μιας εργασίας
    η κυρία Μαρία όρισε εκτελεστή της διαθήκης της τον γιο της, Νίκο


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

εκτελεστής