εκτελεστέος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]εκτελεστέος
- που πρέπει να εκτελεστεί
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκτελεστέος
εκτελεστέος