δήμιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δήμιος δήμιοι
γενική δημίου δημίων
αιτιατική δήμιο δημίους
κλητική δήμιε δήμιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δήμιος < αρχαία ελληνική δήμιος (σε αντιδιαστολή με τον ιδιωτικό, σχετίζεται με το δῆμον: ο δήμιος δούλος αναλάμβανε την εκτέλεση των θανατικών ποινών)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.mi.ɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δήμιος αρσενικό

  1. άτομο που εκτελεί όσους έχουν καταδικαστεί σε θάνατο
    συνώνυμα: εκτελεστής
  2. (μεταφορικά) άτομο που συμμετέχει στη θανάτωση άλλων ή την προωθεί
  3. (κατ’ επέκταση), (μεταφορικά) άτομο που κυβερνά αυταρχικά και απάνθρωπα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δήμιος < δῆμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δήμιος

  1. δημοτικός, που ανήκει στο δήμο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]