κάρφωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάρφωμα καρφώματα
γενική καρφώματος καρφωμάτων
αιτιατική κάρφωμα καρφώματα
κλητική κάρφωμα καρφώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάρφωμα < καρφώ(νω) + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάρφωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρφώνω, κυριολεκτικά ή μεταφορικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]