Μετάβαση στο περιεχόμενο

προδοσία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προδοσία οι προδοσίες
      γενική της προδοσίας των προδοσιών
    αιτιατική την προδοσία τις προδοσίες
     κλητική προδοσία προδοσίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προδοσία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προδοσία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προδοσία θηλυκό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική προδοσί αἱ προδοσίαι
      γενική τῆς προδοσίᾱς τῶν προδοσιῶν
      δοτική τῇ προδοσί ταῖς προδοσίαις
    αιτιατική τὴν προδοσίᾱν τὰς προδοσίᾱς
     κλητική ! προδοσί προδοσίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  προδοσί
γεν-δοτ τοῖν  προδοσίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προδοσία < προδότης + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

προδοσία, -ας θηλυκό

  • εγκατάλειψη, προδοσία
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 5, 116.3
    καὶ ἐλθούσης στρατιᾶς ὕστερον ἐκ τῶν Ἀθηνῶν ἄλλης, ὡς ταῦτα ἐγίγνετο, ἧς ἦρχε Φιλοκράτης ὁ Δημέου, καὶ κατὰ κράτος ἤδη πολιορκούμενοι, γενομένης καὶ προδοσίας τινός, ἀφ᾽ ἑαυτῶν ξυνεχώρησαν τοῖς Ἀθηναίοις ὥστε ἐκείνους περὶ αὐτῶν βουλεῦσαι.
    Μετά απ᾽ αυτό πήγε και άλλος στρατός από την Αθήνα με αρχηγό τον Φιλοκράτη του Δημέου και η πολιορκία έγινε στενότερη. Έγινε και κάποια προδοσία και οι Μήλιοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν στην διάκριση των Αθηναίων,
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 110.3
    Ἰνάρως δὲ ὁ Λιβύων βασιλεύς, ὃς τὰ πάντα ἔπραξε περὶ τῆς Αἰγύπτου, προδοσίᾳ ληφθεὶς ἀνεσταυρώθη.
    Ο Ινάρως, βασιλεύς της Λιβύης, που είχε πρωτοστατήσει στην επανάσταση της Αιγύπτου, αιχμαλωτίστηκε με προδοσία και τον σταύρωσαν.
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, 1, 3.19
    ὃς ἐπαγόμενος θανάτου ὕστερον ἐν Λακεδαίμονι διὰ τὴν προδοσίαν ἀπέφυγεν, ἀπολογούμενος ὅτι οὐ προδιδοίη τὴν πόλιν, ἀλλὰ σώσαι, παῖδας ὁρῶν καὶ γυναῖκας λιμῷ ἀπολλυμένους, Βυζάντιος ὢν καὶ οὐ Λακεδαιμόνιος· τὸν γὰρ ἐνόντα σῖτον Κλέαρχον τοῖς Λακεδαιμονίων στρατιώταις διδόναι·
    Αργότερα ο Αναξίλαος δικάστηκε στη Σπάρτη για την προδοσία και κινδύνεψε η ζωή του, αλλ᾽ αθωώθηκε όταν εξήγησε, στην απολογία του, ότι όχι μόνο δεν είχε προδώσει την πόλη, παρά την είχε σώσει: Βυζαντινός ο ίδιος κι όχι Λακεδαιμόνιος, έβλεπε τα γυναικόπαιδα να πεθαίνουν της πείνας, ενώ ο Κλέαρχος μοίραζε στους Λακεδαιμονίους στρατιώτες όσο στάρι υπήρχε στην πόλη.
    Μετάφραση (2012, 1η:1966): Ρόδης Ρούφος. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]