προδοσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προδοσία οι προδοσίες
      γενική της προδοσίας των προδοσιών
    αιτιατική την προδοσία τις προδοσίες
     κλητική προδοσία προδοσίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προδοσία < αρχαία ελληνική προδοσία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προδοσία θηλυκό

  1. ενέργεια που στρέφεται εναντίον της πατρίδας, ιδίως η αποκάλυψη στρατιωτικών μυστικών σε εχθρική δύναμη ή η με οποιοδήποτε τρόπο προσχώρηση στον αντίπαλο· η εσχάτη προδοσία
  2. ενέργεια με την οποία κάποιος παραβιάζει ισχυρή ηθική δέσμευση απέναντι σε άλλους ανθρώπους, φίλους, συνεργάτες, ομοϊδεάτες κλπ

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]