Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρφώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καρφώνω < λείπει η ετυμολογία

καρφώνω

  1. μπήζω αιχμηρό αντικείμενο σε άλλο αντικείμενο
      Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει,
    κόβει το ξύλο με το πριόνι,
    κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει
    και το φιλιάζει και το καρφώνει.
    (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
     αντώνυμα: ξεκαρφώνω
  2. (μεταφορικά) προδίδω κάποιον φίλο στον ανώτερό του
  3. (αθλητισμός) βάζω πόντο με καρφί

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]