ἧλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἧλος ἥλω ἧλοι
Γενική ἥλου ἥλοιν ἥλων
Δοτική ἥλ ἥλοιν ἥλοις
Αιτιατική ἧλον ἥλω ἥλους
Κλητική ἧλε ἥλω ἧλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἧλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wal- ‎< *wel- / *welʷ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἧλος αρσενικό

  1. καρφί (στα ομηρικά κείμενα μόνο διακοσμητικό)
  2. οτιδήποτε μοιάζει με καρφί
  3. αρρώστια των φυτών

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ἥλῳ ἐκκρούειν τὸν ἧλον (παροιμία)
    Εναλλακτικές μορφές: ἥλῳ ὁ ἦλος (ἐκκρούεται)