Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήλωση

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἥλωσις

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ήλωση οι ηλώσεις
      γενική της ήλωσης* των ηλώσεων
    αιτιατική την ήλωση τις ηλώσεις
     κλητική ήλωση ηλώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ηλώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ήλωση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἥλω(σις)[1] (κάρφωμα) + -ση < ἧλος, απόδοση για την αγγλική nailing[2] Διαφορετική η αγγλική λέξη helosis (πάθηση των βλεφάρων) από το εἴλω (τυλίγω) και το γένος των φυτών Helosis.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ήλωση θηλυκό

  1. (ιατρική) ορθοπεδική - χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης σπασμένου οστού με εισαγωγή ήλου (ειδικό μεταλλικό καρφί)
  2. γενικότερα, η διαδικασία του καρφώματος
      Οι επιτεγίδες τοποθετούνται κάθετα στις τεγίδες, ακολουθούν την κλίση της στέγης και εδράζονται στις τεγίδες μέσω ηλώσεων. (ΚΤΙΡΙΟ εκδόσεις, ανακτήθηκε στις 25/9/2025 )

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

σχετικοί αγγλικοί όροι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἥλωσις - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
  2. λήμμα «ήλος» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.