εγχειρίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγχειρίδιο εγχειρίδια
γενική εγχειριδίου εγχειριδίων
αιτιατική εγχειρίδιο εγχειρίδια
κλητική εγχειρίδιο εγχειρίδια
ένα εγχειρίδιο (1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εγχειρίδιο < αρχαία ελληνική ἐγχειρίδιον < ἐν + χείρ + -ίδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛŋ.çi.ˈɾi.ði.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εγχειρίδιο ουδέτερο

  1. δίκοπο μαχαίρι που χρησιμοποιείται ως όπλο, στιλέτο
  2. βιβλίο συνήθως μικρού μεγέθους που εκθέτει με οργανωμένο τρόπο τις βασικές αρχές ενός γνωστικού αντικειμένου
    διδακτικά εγχειρίδια

32πχ Μεταφράσεις[]