uso
Εμφάνιση
Βασκικά (eu)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]uso (eu)
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| uso | usos |
uso (pt) αρσενικό
- η χρήση
uso (eu)
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| uso | usos |
uso (pt) αρσενικό