usage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: usagé

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

usage (en)

  1. η χρήση
  2. ο τρόπος χρήσης
  3. η συνήθεια, το έθιμο



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

usage < λατινική usus

Προφορά[επεξεργασία]

usage 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

usage (fr)αρσενικό

  1. συνήθεια
  2. χρήση

Εκφράσεις[επεξεργασία]