χρήστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρήστης χρήστες
γενική χρήστη χρηστών
αιτιατική χρήστη χρήστες
κλητική χρήστη χρήστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρήστης (λόγια λέξη) < θέμα χρήσ- από το αρχαίο ρήμα χρῶμαι + -της. Η αρχαία λέξη χρήστης είχε διαφορετικές σημασίες.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxɾi.stis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρήστης αρσενικό

  1. αυτός που κάνει χρήση, που χρησιμοποιεί κάτι
    1. για μηχανήματα
    2. για υπολογιστές και διαδικτυακές υπηρεσίες
    3. για τοξικές ουσίες
      χρήστης ναρκωτικών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. χρήστης < χράω
  2. χρήστης < κίχρημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρήστης αρσενικό

  1. μάντης, αυτός που δίνει χρησμό
  2. πιστωτής, τοκογλύφος
    1. χρεώστης, οφειλέτης