Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

persist (en)

  1. επιμένω σε μια προσπάθεια ή μια ερώτηση που υποβάλλω
    he persisted in repeating his question
    επέμενε να επαναλαμβάνει την ερώτησή του
  2. συνεχίζω να υπάρχω, επιμένω ή επιβιώνω
    fears of recession persist, despite the measures taken by the government
    οι φόβοι για μια οικονομική ύφεση επιμένουν, παρά τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση
    some aspects of feudalism persisted into the 19th century
    κάποια στοιχεία της φεουδαρχίας επιβίωναν και τον 19ο αιώνα