persist

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

persist (en)

  1. επιμένω σε μια προσπάθεια ή μια ερώτηση που υποβάλλω
    he persisted in repeating his question
    επέμενε να επαναλαμβάνει την ερώτησή του
  2. συνεχίζω να υπάρχω, επιμένω ή επιβιώνω
    fears of recession persist, despite the measures taken by the government
    οι φόβοι για μια οικονομική ύφεση επιμένουν, παρά τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση
    some aspects of feudalism persisted into the 19th century
    κάποια στοιχεία της φεουδαρχίας επιβίωναν και τον 19ο αιώνα
  3. (πληροφορική) σώζω δεδομένα, αποθηκεύω δεδομένα, διατηρώ δεδομένα σε μόνιμη μνήμη (πχ. σκληρό δίσκο)
     συνώνυμα: save

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]