προφυλαγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προφυλαγμένος προφυλαγμένη προφυλαγμένο
γενική προφυλαγμένου προφυλαγμένης προφυλαγμένου
αιτιατική προφυλαγμένο προφυλαγμένη προφυλαγμένο
κλητική προφυλαγμένε προφυλαγμένη προφυλαγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προφυλαγμένοι προφυλαγμένες προφυλαγμένα
γενική προφυλαγμένων προφυλαγμένων προφυλαγμένων
αιτιατική προφυλαγμένους προφυλαγμένες προφυλαγμένα
κλητική προφυλαγμένοι προφυλαγμένες προφυλαγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προφυλαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προφυλάγω, και προφυλάσσω, προφυλάσσομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

προφυλαγμένος, -η, -ο

  • Το λιμανάκι είναι καλά προφυλαγμένο από τους ανέμους
  • Ο δεύτερος αυχενικός σπόνδυλος είναι αρκετά προφυλαγμένος και δύσκολα τραυματίζεται σε κακώσεις της ανώτερης αυχενικής μοίρας
  • προφυλαγμένος από την πραγματικότητα, την κοσμικότητα, τους θορύβους, τη βία κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]