αποφυλακίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφυλακίζω < απο- + φυλακίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική désemprisonner)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.fi.la.ˈki.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

αποφυλακίζω (παθητική φωνή: αποφυλακίζομαι)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]