προφυλάκιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προφυλάκιση < προ- + φυλακίζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προφυλάκιση θηλυκό

  • προσωρινή φυλάκιση προσώπου μέχρι την έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης για την οποία έχει προσαχθεί


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]