Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]


detention (en)

  1. κράτηση, φυλάκιση, περιορισμός
  2. διακοπή, παύση εργασίας ή διαδικασίας
    • they reached a deal on detention funding : έφτασαν σε συμφωνία για τη διακοπή των πιστώσεων


  • ※  If you are arrested for an offence which does not allow for your detention, then you must be charged with that offence and brought before a judge of the District Court as soon as possible («Detention after arrest», Citizens : Αν συλληφθείτε για αδίκημα που δεν επιτρέπει την κράτησή σας, τότε πρέπει να σας απαγγείλουν κατηγορίες για αυτό το αδίκημα και να σας οδηγήσουν ενώπιον δικαστή πρωτοδικείου το συντομότερο δυνατόν.