intention

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

intention (en)

  • η πρόθεση (επιδιωκόμενος σκοπός)
    It wasn't my intention to insult you. - Δεν είχα την πρόθεση να σε προσβάλω.



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

intention 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
intention intentions

intention (fr) θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • à l'intention de: προς τιμήν ή προς όφελος κάποιου, έχοντας κάποιον στο μυαλό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]