zamiar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

zamiar (pl) αρσενικό

  1. η πρόθεση, ο σκοπός
    nie mam zamiaru rozmawiać z opozycją - δεν έχω σκοπό να συνομιλήσω με την αντιπολίτευση