raden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ρήμα[επεξεργασία]

raden (nl) (αόρ. : raadde, παθ. μτχ. : geraden)