βουλεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουλεύω < βουλή < βούλομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷel-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βουλεύω (παθητική φωνή: βουλεύομαι)

  1. συζητώ
  2. αποφασίζω
  3. συμβουλεύω
  4. (πολιτική) είμαι βουλευτής

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]