Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄγχι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄγχι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂enǵʰ- (σφίγγω). Συγγενές με το ἄγχω (πιέζω)

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἄγχι, συγκριτικός: ἆσσον/ἀγχίων, υπερθετικός: ἄγχιστα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]