μοριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μοριακός μοριακή μοριακό
γενική μοριακού μοριακής μοριακού
αιτιατική μοριακό μοριακή μοριακό
κλητική μοριακέ μοριακή μοριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μοριακοί μοριακές μοριακά
γενική μοριακών μοριακών μοριακών
αιτιατική μοριακούς μοριακές μοριακά
κλητική μοριακοί μοριακές μοριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοριακός < αρχαία ελληνική μόριον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.ɾi.a.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɔ.ɾi.a.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɔ.ɾi.a.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μοριακός, -ή, -ό

μοριακός έλεγχος

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]