πλούσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλούσιος πλούσια πλούσιο
γενική πλούσιου πλούσιας πλούσιου
αιτιατική πλούσιο πλούσια πλούσιο
κλητική πλούσιε πλούσια πλούσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλούσιοι πλούσιες πλούσια
γενική πλούσιων πλούσιων πλούσιων
αιτιατική πλούσιους πλούσιες πλούσια
κλητική πλούσιοι πλούσιες πλούσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλούσιος < αρχαία ελληνική πλούσιος < πλοῦτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈplu.si.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈplu.si.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈplu.si.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πλούσιος, -α, -ο

  1. που έχει μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία
  2. που έχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: πλούτος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλούσιος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πλούσιος

  1. πλούσιος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]