πτωχός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φτωχός

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτωχός < αρχαίο ρήμα πτώσσω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτωχός

  1. εκείνος που στερείται τα απαραίτητα
  2. εκείνος που υστερεί σε ένα συγκεκριμένο τομέα, όχι απαραιτήτως τον οικονομικό
    "Πτωχός τω πνεύματι" εννοείται σήμερα ο ανόητος, παρότι η φράση στο εκκλησιαστικό κείμενο είχε το αρχαίο νόημα του συντετριμμένου και φοβισμένου, εκείνου δηλαδή που το πνεύμα του είχε ταπεινωθεί λόγω δέους
    Το "φαστφουντάδικο" έχει τρόφιμα πτωχά σε διατροφική αξία
    Έκανες πτωχή ανάπτυξη του θέματος στην έκθεσή σου
  3. εκείνος που δυστυχεί έντονα ή ταλαιπωρείται ιδιαίτερα ανεξαρτήτως της οικονομικής κατάστασής του
    Τι λόγια να πουν και στον φτωχό πατέρα του γι' αυτό που τον βρήκε, να χάσει το παιδί του!
  4. ειρωνικά στην κλητική
    Πτωχέ άνθρωπε...

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]