πτώξ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πτώξ < πτώσσω (ζαρώνω από φόβο, φοβάμαι)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πτώξ αρσενικό ή θηλυκό (γενική: πτωκός) (σε επιθετική λειτουργία)
- (ως επίθετο, για το λαγό) που ζαρώνει από φόβο, δειλία
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 22 (Χ. Ἕκτορος ἀναίρεσις.), στίχ. 310 (308-310)
- οἴμησεν δὲ ἀλεὶς ὥς τ᾽ αἰετὸς ὑψιπετήεις, | ὅς τ᾽ εἶσιν πεδίονδε διὰ νεφέων ἐρεβεννῶν | ἁρπάξων ἢ ἄρν᾽ ἀμαλὴν ἤ πτῶκα λαγωόν·
- μαζώχθη και ωσάν αετός εχύθ᾽ υψηλοπέτης | που στην πεδιάδα χύνεται μέσ᾽ από μαύρα νέφη | λαγόν ν᾽ αρπάξει άνανδρον ή τρυφεράν αρνάδα·
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- οἴμησεν δὲ ἀλεὶς ὥς τ᾽ αἰετὸς ὑψιπετήεις, | ὅς τ᾽ εἶσιν πεδίονδε διὰ νεφέων ἐρεβεννῶν | ἁρπάξων ἢ ἄρν᾽ ἀμαλὴν ἤ πτῶκα λαγωόν·
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 22 (Χ. Ἕκτορος ἀναίρεσις.), στίχ. 310 (308-310)
- δειλός, φοβισμένος
- (ως ουσιαστικό) ο λαγός
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 17 (Ρ. Μενελάου ἀριστεία.), στίχ. 676 (676-678)
- ὅν τε καὶ ὑψόθ᾽ ἐόντα πόδας ταχὺς οὐκ ἔλαθε πτὼξ | θάμνῳ ὑπ᾽ ἀμφικόμῳ κατακείμενος, ἀλλά τ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ | ἔσσυτο, καί τέ μιν ὦκα λαβὼν ἐξείλετο θυμόν.
- οπού γοργό λαγόπουλο και μέσα μουλωμένο | στο φουντωτό χαμόδενδρο και από ψηλά το βλέπει, | του πέφτει επάνω και το αρπά και την ζωήν τού παίρνει·
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ὅν τε καὶ ὑψόθ᾽ ἐόντα πόδας ταχὺς οὐκ ἔλαθε πτὼξ | θάμνῳ ὑπ᾽ ἀμφικόμῳ κατακείμενος, ἀλλά τ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ | ἔσσυτο, καί τέ μιν ὦκα λαβὼν ἐξείλετο θυμόν.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 17 (Ρ. Μενελάου ἀριστεία.), στίχ. 676 (676-678)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πτώξ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πτώξ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.