Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπαχής

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σπαχής, παχύς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σπαχής οι σπαχήδες
      γενική του σπαχή των σπαχήδων
    αιτιατική τον σπαχή τους σπαχήδες
     κλητική σπαχή σπαχήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπαχής < μεσαιωνική ελληνική σπαχής[1] [2] < τουρκική ispahi < περσική سپاه (seˈpɒːh:, στρατός) < μέση περσική spʾh / 𐭮𐭯𐭠𐭧‎ (spāh) < πρωτοϊρανική *ĉwáHdaH < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱwéh₁-dʰ-o-h₁ < *ḱweh₁- / *ḱewh₁- (φουσκώνω, γίνομαι σπουδαίος)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /spaˈçis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπαχής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπαχής αρσενικό

  • (ιστορία) τάξη Τούρκων ιππέων πολεμιστής στους οποίους αποδίδονταν τιμάρια
      Τ' άλογα των σπαχήδων πέφτουν νεκρά στο χώμα πριν φέρουν τους καβαλάρους στη μάχη. (Ανδρέας Καρκαβίτσας Η θυσία [διήγημα])
      ἐψήφισαν δέ καί βεζίρην ἕνα ζορμπάμπασην ἀπό τό ὀτζάκι των σπαχίδων Ἀλῆ ἀγᾶ, ἔκαμαν καί γενίτζερ ἀγασή ἀπό τό ὀτζάκι των γιανίτζαρων Κιουτζούκ Τζαούσην. (Καισάριος Δαπόντες, Χρονογράφος, σελ. 37 στη Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, επιστασία Κ. Ν. Σάθα, τόμος Γ΄, Βενετία, 1872)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. σπαχής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. σπαχίδες - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)