Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιππέας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ιππέας οι ιππείς
      γενική του
του/της
ιππέα
ιππέως
των ιππέων
    αιτιατική τον/την ιππέα τους/τις ιππείς
     κλητική ιππέα ιππείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Αλλεπάλληλες φωτογραφίες που δείχνουν ιππέα και το άλογό του σε κίνηση, 1887

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιππέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἱππεύς < ἵππος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ιππέας αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]