παχύμετρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παχύμετρο παχύμετρα
γενική παχυμέτρου
& παχύμετρου
παχυμέτρων
& παχύμετρων
αιτιατική παχύμετρο παχύμετρα
κλητική παχύμετρο παχύμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παχύμετρο <
  1. πάχος + μέτρον
  2. λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pachymeter < pachymetria < παχύς + μέτρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παχύμετρο ουδέτερο

  1. (γενικότερα) κάθε εργαλείο έτσι κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνεται η μέτρηση του πάχους ενός αντικειμένου
  2. (ειδικότερα) το διαστημόμετρο, επίμηκες εργαλείο μέτρησης πάχους με βερνιέρο
  3. (ιατρική) εξειδικευμένο εργαλείο μέτρησης του πάχους του κερατοειδούς χιτώνα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]