bord

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bord 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bord bords

bord (fr) αρσενικό

  1. η άκρη
  2. η περιφέρεια ενός κυκλικού αντικειμένου, πχ ενός πιάτου
  3. το μπορ, ο γύρος του καπέλου



Δανικά (da) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bord (no) ουδέτερο



Ιρλανδικά γαελικά (ga) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bord (ga)



Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bord (no) ουδέτερο



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bord 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bord (nl) ουδέτερο



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bord 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bord (sv) ουδέτερο