Μετάβαση στο περιεχόμενο

bord

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bord bords

bord (fr) αρσενικό

  1. η άκρη
  2. το όριο
  3. η περιφέρεια ενός κυκλικού αντικειμένου, πχ ενός πιάτου
  4. το μπορ, ο γύρος του καπέλου



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bord (no) ουδέτερο



Ιρλανδικά γαελικά (ga)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bord (ga)



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bord (no) ουδέτερο



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bord (nl) ουδέτερο



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bord (sv) ουδέτερο