border

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

border (en)

  1. πλαίσιο, περιθώριο
  2. όριο, σύνορο

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

border (fr)

  1. πλαισιώνω
  2. κουκουλώνω, σκεπάζω ένα παιδί στο κρεβάτι του