change

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʃeɪndʒ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
change changes

change (en)

  1. αλλαγή
  2. ψιλά (νομίσματα)
  3. ρέστα

Ρήμα[επεξεργασία]

change (en)