ρέστα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρέστα
γενική ρέστων
αιτιατική ρέστα
κλητική ρέστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρέστα < ουδέτερο πληθ. του επίθ. ρέστος ως ουσ. < ιταλική resto < λατινική resto < re- + sto < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steh₂-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρέστα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύτερης αξίας από αυτήν του προϊόντος που αγοράζει
  2. τα υπόλοιπα, τα λοιπά
    δε μ' αρέσουν οι πόζες, οι τσιριμόνιες και τα ρέστα
  3. (χαρτοπαίγνια) όλα τα χρήματα που μου έχουν απομείνει

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ζητάει και τα ρέστα: για κάποιον που, ενώ φταίει, όχι μόνο δεν παραδέχεται το φταίξιμό του αλλά κατηγορεί επιπλέον τους άλλους
  • δίνω τα ρέστα μου: εντυπωσιάζω τους άλλους με τις ικανότητες ή την επιδεξιότητά μου ή σε κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]