ρέστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ρέστος ρέστη ρέστο
γενική ρέστου ρέστης ρέστου
αιτιατική ρέστο ρέστη ρέστο
κλητική ρέστε ρέστη ρέστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρέστοι ρέστες ρέστα
γενική ρέστων ρέστων ρέστων
αιτιατική ρέστους ρέστες ρέστα
κλητική ρέστοι ρέστες ρέστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρέστος < ιταλική resto < λατινική resto < re- + sto < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steh₂-

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρέστος, -η, -ο

  1. (λαϊκότροπο) που απομένει, υπόλοιπος
  2. το ουδέτερο πληθ. ως ουσ. τα ρέσταδείτε τη λέξη: .

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]