μπακούρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπακούρι < τουρκική bakir, (ανέγγιχτος) < αραβική بكر (bikr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπακούρι αρσενικό

  1. ο εργένης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μπεκιάρης
  2. άνδρας που, θεληματικά ή όχι, δεν έχει ερωτική σύντροφο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]